
Οι ελληνικές τράπεζες προσαρμόζουν την πολιτική τους και αυξάνουν τις εγκρίσεις στεγαστικών δανείων, ανταγωνιζόμενες τις υψηλές τιμές των ακινήτων.
Οι τράπεζες στην Ελλάδα προχωρούν σε αύξηση των εγκρίσεων στεγαστικών δανείων, προκειμένου να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες τιμές των ακινήτων. Σύμφωνα με έρευνα της Prosperty, για την αγορά ενός ακινήτου αξίας 220.000 ευρώ, οι υποψήφιοι αγοραστές χρειάζονται περίπου 55.000 ευρώ ως ίδια συμμετοχή, ενώ για ακίνητο 300.000 ευρώ, το ποσό αυτό φτάνει τις 75.000 ευρώ.
Η αύξηση αυτή στην πολιτική χορηγήσεων των τραπεζών συνδέεται με την ανάγκη να διευκολυνθούν οι αγοραστές, οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες λόγω των υψηλών τιμών. Οι τράπεζες αυξάνουν το ποσοστό χρηματοδότησης επί της αξίας των ακινήτων, με τον μέσο δείκτη Loan to Value (LTV) να κινείται ανοδικά. Στο τρίτο τρίμηνο του 2026, ο μέσος δείκτης LTV για δάνεια από 100.000 έως 150.000 ευρώ ανήλθε στο 81,6%, σημειώνοντας αύξηση 9 ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της IMS-FC, που δείχνουν ότι οι τράπεζες εγκρίνουν το 95,5% των αιτήσεων για δάνεια από 70.000 έως 100.000 ευρώ και το 92,3% για δάνεια έως 50.000 ευρώ. Η διαδικασία μέσω εξειδικευμένων μεσιτών πιστώσεων φαίνεται να διευκολύνει την έγκριση των αιτήσεων, καθώς οι φάκελοι υποβάλλονται πλήρεις και σωστά τεκμηριωμένοι.
Η Τράπεζα της Ελλάδας παρακολουθεί στενά αυτή την “χαλάρωση” των κριτηρίων χορήγησης δανείων. Για πρώτη φορά, έχουν τεθεί λιγότερο αυστηρά όρια για τους αγοραστές, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση στη στεγαστική πίστη. Ειδικότερα, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο για τον δείκτη LTV έχει οριστεί στο 90% για τους πρώτους αγοραστές και στο 80% για τους υπόλοιπους, ενώ ο δείκτης εξυπηρέτησης δανείου προς εισόδημα έχει οριστεί στο 50% και 40% αντίστοιχα.
Αυτές οι αλλαγές στην πολιτική των τραπεζών έρχονται σε μια περίοδο όπου οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να αυξάνονται, καθιστώντας τη στήριξη των αγοραστών πιο επιτακτική από ποτέ.



