
Η πολιτική δυσπιστία μεταξύ Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων επηρεάζει την ανταλλαγή πληροφοριών, με τις ΗΠΑ να περιορίζουν την πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα.
Η σχέση μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών χωρών αντιμετωπίζει προκλήσεις, καθώς οι πολιτικές διαφορές για τη Ρωσία και την ευρωπαϊκή ασφάλεια επηρεάζουν την ανταλλαγή ευαίσθητου υλικού. Αυτή η κατάσταση δοκιμάζει μία από τις πιο ανθεκτικές πτυχές της διατλαντικής συνεργασίας, η οποία έχει τις ρίζες της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η αμερικανική υπεροχή στις υπηρεσίες πληροφοριών είναι εμφανής, καθώς οι ευρωπαϊκές χώρες αντλούν σημαντικές πληροφορίες από αυτές. Σύμφωνα με στοιχεία, στο δίκτυο των «Πέντε Ματιών» (FVEY: ΗΠΑ, Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία), έως και τρία τέταρτα των πληροφοριών προέρχονται από αμερικανικές πηγές. Ακόμη και χώρες όπως η Γερμανία, που δεν είναι μέλος του δικτύου, συνέχισαν να λαμβάνουν προειδοποιήσεις για επιθέσεις, παρά την περιορισμένη συνεργασία με την NSA λόγω παρακολουθήσεων.
Ωστόσο, η κατάσταση επιδεινώθηκε τον Ιούλιο του 2025, όταν οι ΗΠΑ έθεσαν τις πληροφορίες σχετικά με τις συνομιλίες Ρωσίας – Ουκρανίας υπό τη σήμανση NOFORN, απαγορεύοντας τη διάθεσή τους σε ξένους εταίρους, συμπεριλαμβανομένων των FVEY. Οι επικεφαλής των ολλανδικών υπηρεσιών AIVD και MIVD δήλωσαν ότι παρακρατούν στοιχεία από τη CIA και την NSA, ενώ η Βρετανία ανέστειλε την παροχή δεδομένων για ύποπτα σκάφη στην Καραϊβική, ώστε να μην χρησιμοποιηθούν σε αμερικανικά πλήγματα που θεωρεί παράνομα.
Αυτοί οι περιορισμοί δεν σηματοδοτούν ρήξη, καθώς οι υπηρεσίες πληροφοριών διατηρούν τον έλεγχο για το ποιος έχει πρόσβαση στις πληροφορίες. Ωστόσο, η μακροπρόθεσμη εμπιστοσύνη είναι πλέον αμφίβολη, με τη Βρετανία να προειδοποιεί για την πολιτικοποίηση των αμερικανικών υπηρεσιών. Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων συνέστησε τη διατήρηση των δεσμών με τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα προτείνει την ανάπτυξη βρετανικής και ευρωπαϊκής αυτονομίας σε βάθος πενταετίας.
Η σχέση αυτή δεν είναι μονόπλευρη, καθώς οι ΗΠΑ αξιοποιούν εγκαταστάσεις συλλογής πληροφοριών σε χώρες όπως η Βρετανία και η Ελλάδα, όπου έχουν αναπτυχθεί μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ-9. Η πρόσβαση σε αυτές τις εγκαταστάσεις απαιτεί τη συναίνεση της χώρας υποδοχής, όπως φάνηκε και από την αρχική άρνηση του Λονδίνου να παραχωρήσει βάσεις για πλήγματα κατά του Ιράν.
Στη Γροιλανδία, η Δανία χαρακτήρισε τις ΗΠΑ πιθανή πρόκληση, αλλά συμφώνησε στη διεύρυνση της αμερικανικής παρουσίας, διατηρώντας ωστόσο τη συνεργασία κατά της κατασκοπείας. Η νέα αμερικανική Εθνική Αμυντική Στρατηγική καλεί τους Ευρωπαίους να αναλάβουν την «πρωταρχική ευθύνη» για τη συμβατική άμυνα της ηπείρου. Μέχρι τις 6 Νοεμβρίου, το Πεντάγωνο θα καταθέσει σενάρια για τη διαμόρφωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, εξετάζοντας τους περιορισμούς που έχουν θέσει οι σύμμαχοι.
Η διαπραγμάτευση των όρων πρόσβασης στις πληροφορίες αποκτά αυξημένη σημασία, ειδικά αν οι ΗΠΑ επιδιώξουν συνεννόηση με τη Μόσχα χωρίς ευρωπαϊκή συμμετοχή, όπως συνέβη με το αμερικανορωσικό σχέδιο ειρήνευσης για την Ουκρανία το 2025.



