
Μόλις 11.500 αιτήσεις έχουν υποβληθεί για τη ρύθμιση των 72 δόσεων, με τα ενταγμένα χρέη να ανέρχονται σε μερικά εκατομμύρια ευρώ, προκαλώντας ανησυχία στο οικονομικό επιτελείο.
Συναγερμός έχει σημάνει στο Υπουργείο Οικονομικών λόγω της χαμηλής συμμετοχής στη ρύθμιση των 72 δόσεων. Μέχρι σήμερα, οι αιτήσεις που έχουν υποβληθεί ανέρχονται σε μόλις 11.500, ενώ τα χρέη που έχουν ενταχθεί στη ρύθμιση είναι ελάχιστα, περιοριζόμενα σε μερικά εκατομμύρια ευρώ. Αυτή η εικόνα απέχει σημαντικά από τις αρχικές προσδοκίες του υπουργείου, καθώς η ρύθμιση αφορά δυνητικά οφειλές ύψους 95,3 δισ. ευρώ και περισσότερους από 1,5 εκατομμύριο οφειλέτες, συμπεριλαμβανομένων φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.
Η κυβέρνηση εξετάζει αλλαγές στους όρους της ρύθμισης προκειμένου να την καταστήσει πιο ελκυστική και να ενθαρρύνει περισσότερους οφειλέτες να συμμετάσχουν. Στο τραπέζι βρίσκεται η αύξηση των δόσεων από 72 σε 100 ή 120, καθώς και η διεύρυνση της περιμέτρου των οφειλών που μπορούν να ενταχθούν. Οι τελικές αποφάσεις αναμένονται εντός της εβδομάδας, με τις προτάσεις πιθανόν να ενταχθούν στο πακέτο κυβερνητικών εξαγγελιών που θα παρουσιαστεί από τον πρωθυπουργό στη ΔΕΘ.
Η πλατφόρμα για την υποβολή αιτήσεων τέθηκε σε λειτουργία στις αρχές Ιουλίου, ωστόσο η μέχρι σήμερα συμμετοχή δεν έχει δικαιώσει τις προσδοκίες του οικονομικού επιτελείου. Πολλοί οφειλέτες ενδέχεται να προτίμησαν να αναβάλουν την υποβολή αιτήσεων λόγω των καλοκαιρινών διακοπών, καθώς η πλατφόρμα θα παραμείνει ανοιχτή μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου.
Η φορολογική διοίκηση συνεχίζει να εφαρμόζει αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, γεγονός που σημαίνει ότι οι αρρύθμιστες οφειλές μπορεί να οδηγήσουν σε κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και πλειστηριασμούς ακινήτων. Ένα από τα κύρια προβλήματα που αναδεικνύουν οι φορείς της αγοράς είναι ο αποκλεισμός των «φρέσκων» χρεών. Η ρύθμιση αφορά οφειλές που έχουν βεβαιωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, με αποτέλεσμα οι οφειλέτες που έχουν νέα χρέη να πρέπει να τα εντάξουν σε άλλη ρύθμιση.
Οι περιορισμοί αυτοί, σε συνδυασμό με το ύψος των προσαυξήσεων και τον αριθμό των δόσεων, έχουν προκαλέσει ανησυχία και προτάσεις για αλλαγές από τους φορείς της αγοράς. Η κυβέρνηση καλείται να αξιολογήσει εάν οι υφιστάμενοι όροι λειτουργούν ως αντικίνητρο για τους οφειλέτες και αν απαιτείται μια πιο ευέλικτη ρύθμιση.



