
Η αλληλογραφία μεταξύ Γιώργου Σεφέρη και Γιώργου Θεοτοκά αποκαλύπτει τις πολιτικές διαφορές τους σχετικά με το Κυπριακό, με αφορμή άρθρο του Θεοτοκά το 1954.
Η αλληλογραφία μεταξύ των δύο σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών, Γιώργου Σεφέρη και Γιώργου Θεοτοκά, αποκαλύπτει τις πολιτικές τους διαφορές, κυρίως γύρω από το Κυπριακό ζήτημα. Το άρθρο του Θεοτοκά με τίτλο «Έλληνες και Άγγλοι», που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 1954 στην «Καθημερινή», προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς ο Θεοτοκάς κατηγόρησε τη βρετανική κυβέρνηση για την αδυναμία επίλυσης του ζητήματος της Κύπρου, υποστηρίζοντας ότι η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά τους Άγγλους.
Ο Θεοτοκάς, ο οποίος είχε φιλελεύθερες και δυτικόστροφες απόψεις, τόνισε ότι η βρετανική κυβέρνηση αγνοούσε το αίτημα των Ελλήνων για αυτοδιάθεση, επικαλούμενη στρατηγικές ανάγκες. Αντίθετα, ο Σεφέρης, που είχε πιο ρομαντική προσέγγιση στο ελληνικό ζήτημα, αντέτεινε ότι η συνείδηση του ανθρώπου και η πραγματικότητα της ζωής στην Κύπρο δεν μπορούσαν να αγνοηθούν.
Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα το 1954 ήταν τεταμένη, με ογκώδη αντιβρετανικά συλλαλητήρια να διεξάγονται σε πολλές πόλεις. Η κυβέρνηση Παπάγου είχε προσφύγει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ζητώντας την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του κυπριακού λαού. Σε αυτό το κλίμα, ο Θεοτοκάς δημοσίευσε το άρθρο του, το οποίο προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και κατηγορίες για προδοσία.
Ο Σεφέρης, σε επιστολή του προς τον Θεοτοκά, εξέφρασε την απογοήτευσή του για τη στάση του φίλου του, επισημαίνοντας ότι αγνοούσε το «αίτημα συνείδησης» και την ανθρώπινη διάσταση του ζητήματος. Ο Σεφέρης, αν και αγαπούσε την Αγγλία, δεν συμμεριζόταν τις απόψεις του Θεοτοκά για τους Άγγλους αποικιοκράτες.
Η αλληλογραφία τους αναδεικνύει τις διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις και τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της εποχής, καθώς και τις προσωπικές τους σχέσεις, οι οποίες δοκιμάστηκαν από τις πολιτικές τους διαφωνίες. Ο Θεοτοκάς, αν και δέχθηκε σφοδρές κριτικές, παρέμεινε πιστός στις απόψεις του, ενώ ο Σεφέρης υπερασπίστηκε την ανθρώπινη διάσταση του Κυπριακού, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση.



