
Από την 1η Νοεμβρίου 2026, οι εργοδότες υποχρεούνται να αναγράφουν τον προσφερόμενο μισθό σε κάθε αγγελία πρόσληψης, σύμφωνα με νέο νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας.
Από την 1η Νοεμβρίου 2026, τίθενται σε εφαρμογή νέοι κανόνες για τις προσλήψεις στην Ελλάδα, οι οποίοι απαιτούν την υποχρεωτική αναγραφή του προσφερόμενου μισθού σε κάθε αγγελία που δημοσιεύεται σε εφημερίδες ή στο διαδίκτυο. Αυτή η αλλαγή αποσκοπεί στο να παρέχει στους υποψήφιους εργαζόμενους μια σαφή εικόνα των μισθολογικών παροχών, ώστε να αποφεύγουν την απώλεια χρόνου σε θέσεις που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους.
Η αναγραφή του μισθού περιλαμβάνει όχι μόνο τον βασικό μισθό, αλλά και bonus, επιδόματα, υπερωρίες και άλλες παροχές. Επιπλέον, οι αγγελίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τη συλλογική σύμβαση, εφόσον υπάρχει, και να είναι ουδέτερες ως προς το φύλο.
Μια σημαντική πτυχή του νέου νομοσχεδίου είναι η απαγόρευση των «αδιάκριτων ερωτήσεων» σχετικά με τις προηγούμενες απολαβές των υποψηφίων. Ειδικότερα, η ερώτηση για τον μισθό στην προηγούμενη εργασία δεν επιτρέπεται να τίθεται κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων.
Το νομοσχέδιο προωθεί τη διαφάνεια στους χώρους εργασίας, επιτρέποντας στους εργαζόμενους να συζητούν ανοιχτά για τους μισθούς τους χωρίς φόβο κυρώσεων. Οι εργαζόμενοι έχουν επίσης το δικαίωμα να ζητούν στοιχεία για το ατομικό τους επίπεδο αμοιβής και το μέσο μισθό ανδρών και γυναικών για παρόμοια εργασία.
Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να υποβάλλουν στοιχεία σχετικά με το μισθολογικό χάσμα ανδρών και γυναικών, ανάλογα με το μέγεθός τους. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις με 250 και άνω εργαζόμενους θα πρέπει να υποβάλλουν στοιχεία κάθε χρόνο, ενώ αυτές με 150-249 εργαζόμενους κάθε τρία χρόνια.
Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, δήλωσε ότι το νομοσχέδιο δεν αποσκοπεί στην εξίσωση των μισθών, αλλά στη ρύθμιση των διαφορών που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες και επαγγελματικούς κλάδους. Στόχος είναι η μεγαλύτερη διαφάνεια και η αποφυγή «κρυφών» μισθών.
Σύμφωνα με έρευνα σχετικά με τις πρακτικές προσέλκυσης και επιλογής προσωπικού, σχεδόν το 46% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι δεν υπάρχει μισθολογικό χάσμα στην επιχείρησή τους, ενώ το 40% παραδέχεται ότι δεν χρησιμοποιεί μηχανισμούς παρακολούθησης των μισθολογικών αποκλίσεων. Μόλις το 34,7% έχει ορίσει εύρος αμοιβών ανά θέση εργασίας, ενώ το 35,6% των εργοδοτών δεν δημοσιοποιεί μισθολογικά στοιχεία για λόγους εμπιστευτικότητας.



