
Ο διοικητής της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης, Ορέστης Καβαλάκης, αναλύει τις επιπτώσεις των 36 δισ. ευρώ που έχουν διατεθεί στην Ελλάδα, τονίζοντας τις αλλαγές στις ψηφιακές υπηρεσίες και τις υποδομές.
Ο διοικητής της Ειδικής Υπηρεσίας Συντονισμού του Ταμείου Ανάκαμψης (ΕΥΣΤΑ), Ορέστης Καβαλάκης, μίλησε για τις σημαντικές αλλαγές που έχουν προκύψει στη ζωή των Ελλήνων από την εκταμίευση 36 δισ. ευρώ, μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης. Σύμφωνα με τον κ. Καβαλάκη, οι ψηφιακές υπηρεσίες και οι υποδομές έχουν βελτιωθεί σημαντικά, με έργα που περιλαμβάνουν την ψηφιακή κάρτα εργασίας, προληπτικές εξετάσεις, ανακαινισμένα νοσοκομεία και κέντρα υγείας, καθώς και την κτηματογράφηση στο 99%.
Η Ελλάδα αναμένει την έγκριση της Κομισιόν για την τελευταία δόση του Ταμείου, ύψους 11,35 δισ. ευρώ, στις 20 Νοεμβρίου. Αυτή η δόση θα ολοκληρώσει τον πενταετή κύκλο του Ταμείου, το οποίο έχει προσφέρει συνολικά 36 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια. Ο κ. Καβαλάκης υπογράμμισε ότι οι αλλαγές αυτές έχουν επηρεάσει θετικά την καθημερινότητα των πολιτών, κάνοντάς τους να θεωρούν αυτονόητα πράγματα που πριν από λίγα χρόνια φάνταζαν δύσκολα.
Σημαντικά έργα υποδομών, όπως ο αυτοκινητόδρομος Ε65 και οι παρεμβάσεις οδικής ασφάλειας σε περίπου 8.000 σημεία, έχουν επίσης προχωρήσει. Ο κ. Καβαλάκης σημείωσε ότι η χώρα βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, αν και υπάρχουν ακόμα αδυναμίες στη δημόσια διοίκηση, ειδικά στις διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων και δικαστικών διαδικασιών.
Η Ελλάδα έχει υποβάλει το τελευταίο αίτημα στο Ταμείο Ανάκαμψης, ύψους 6,75 δισ. ευρώ, αλλά η έγκριση του προηγούμενου αιτήματος των 4,6 δισ. ευρώ καθυστερεί. Ο κ. Καβαλάκης εξήγησε ότι η καθυστέρηση αυτή είναι διαδικαστική και αναμένεται να επιλυθεί με την αξιολόγηση που θα γίνει στις 20 Νοεμβρίου.
Η ΕΥΣΤΑ προγραμματίζει να αναλάβει συντονιστικό ρόλο στο νέο ΕΣΠΑ, το οποίο θα ονομάζεται ΕΠΕΣ, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο κ. Καβαλάκης τόνισε ότι το μεγαλύτερο στοίχημα είναι η διαρκής αύξηση της παραγωγικότητας και της προστιθέμενης αξίας στην ελληνική οικονομία, με τις επενδύσεις να έχουν αυξηθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της τριετίας του Ταμείου.



