
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το 23% των αγοραπωλησιών κατοικιών στην Ελλάδα χρηματοδοτείται μέσω στεγαστικών δανείων, με το πρόγραμμα «Σπίτι μου» να παίζει καθοριστικό ρόλο στην αύξηση της ζήτησης.
Περίπου ένας στους τέσσερις Έλληνες προχωρούν στην αγορά κατοικίας μέσω δανείου, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν από την IMS Financial Consulting. Συγκεκριμένα, το 23% των αγοραπωλησιών κατοικιών στη χώρα χρηματοδοτείται με στεγαστικά δάνεια, ποσοστό που είναι σημαντικά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 45%.
Οι εκταμιεύσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών για στεγαστικά δάνεια ανήλθαν σε 2,5 δισ. ευρώ το 2025, σημειώνοντας αύξηση από τα 594 εκατ. ευρώ το 2020. Στο οκτάμηνο του 2026, οι εκταμιεύσεις ανήλθαν σε 1.835 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 34,9% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η άνοδος των προγραμμάτων «Σπίτι μου», τα οποία παρουσίασαν αύξηση 54,6%.
Η ζήτηση για κατοικίες στην Ελλάδα παραμένει υψηλή, ωστόσο οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να αυξάνονται. Σύμφωνα με ανάλυση της πλατφόρμας Uniko, το 30% των Ελλήνων αναζητούν κατοικίες με τιμές κάτω από 100.000 ευρώ, ενώ το 22% αναζητά ακίνητα αξίας 100.000 – 150.000 ευρώ. Μόλις το 14% των αγοραστών ενδιαφέρεται για κατοικίες άνω των 400.000 ευρώ. Η συμφωνία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς στην αγορά ακινήτων φαίνεται να βρίσκεται κοντά στα 200.000 ευρώ, γεγονός που αποδεικνύει την ασυμμετρία στην αγορά.
Τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος δείχνουν ότι οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ για το 2025 η μέση ετήσια αύξηση ήταν 8,3%.
Το πρόγραμμα «Σπίτι μου» έχει συμβάλει στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών στην αγορά, αν και υπάρχουν ανησυχίες ότι έχει επίσης συμβάλει στην αύξηση των τιμών. Ο τρίτος κύκλος του προγράμματος έχει ήδη ανακοινωθεί, με χαμηλό επιτόκιο για περίπου 40.000 νέα ζευγάρια και διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων. Στο νέο πρόγραμμα καλύπτονται ακίνητα με αξία συμβολαίου έως 300.000 ευρώ, αυξημένο κατά 50.000 ευρώ από το προηγούμενο όριο. Ωστόσο, πηγές της αγοράς επισημαίνουν ότι οι αγοραστές συχνά πληρώνουν την αύξηση της ζητούμενης τιμής από τους πωλητές, παρά τα οφέλη από το επιτόκιο.



